ακροαματικότητα

Μεταφράσεις

ακροαματικότητα

audiência觀眾audience观众publikumаудиторияpublicpublikаудиторияpublikumPublikumpubblicoaudiencia (akroamati'kotita)
ουσιαστικό θηλυκό
ο αριθμός θεατών ενός τηλεοπτικού προγράμματος η μέτρηση της ακροαματικότητας η ακροαματικότητα μιας εκπομπής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close