ακρωτηριασμός

Μεταφράσεις

ακρωτηριασμός

amputationamputation절단 (akrotiria'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
η αφαίρεση μέρους του σώματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close