αμολάω

Μεταφράσεις

αμολάω

(amo'lao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
οικείο ρίχνω, πετάω μακριά αμολάω χαρταετό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close