αμφιβάλλω

Μεταφράσεις

αμφιβάλλω

doubt, questiondouter, questionnerсомневаться, задавать вопросيَسْتَجْوِبvyslýchatsætte spørgsmålstegn vedbefragenpreguntarasettaa kyseenalaiseksiispitivatiinterrogare質問する질문하다ondervragenspørrezadać pytaniaquestionarifrågasättaไต่ถามsormakhỏi询问 (amfi'valo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
δεν είμαι σίγουρος για κτ Αμφιβάλλω αν θα του αρέσει. Αμφιβάλλω για τις προθέσεις του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close