αμφισβητώ

Μεταφράσεις

αμφισβητώ

dispute, question, discredit, doubt, querycontester, questionnerيَسْتَفْهِمdotázat seforespørgein Frage stellencuestionartiedustelladovesti u pitanjechiedere尋ねる질문하다een vraag stellenundersøkezakwestionowaćquestionarспрашиватьifrågasättaซักถามsorgulamakthắc mắc询问 (amfisvi'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αμφιβάλλω για κτ αμφισβητώ μια απόφαση αμφισβητώ την τιμιότητα κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close