ανάμεικτος

(προωθήθηκε από ανάμεικτο)
Μεταφράσεις

ανάμεικτος

(a'namiktos) αρσενικό

ανάμεικτη

(a'namikti) θηλυκό

ανάμεικτο

gemischt混合混合mixedblandatmieszaneblandetmisti혼합 (a'namikto) ουδέτερο
επίθετο
1. ανακατεμένος ανάμεικτα μπαχαρικά
2. με διάφορα υλικά ανάμεικτο σάντουιτς
3. μπερδεμένος ανάμεικτα συναισθήματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close