ανάσα

Μεταφράσεις

ανάσα

breathنَفَسdechåndeAtemalientohengityshaleinedahalitoadempustoddechrespiraçãoдыханиеandetagลมหายใจnefeshơi thở呼吸נשימהдъх呼吸 (a'nasa)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εισπνοή Πήρα μια βαθιά ανάσα.
μεταφορικά ξεκουράζομαι λιγάκι
τρομάζω κπ ένα έργο που σου κόβει την ανάσα
2. αναπνοή Βρωμάει η ανάσα του. Αισθάνθηκα την αναπνοή του στο πρόσωπό μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close