ανέγερση

Μεταφράσεις

ανέγερση

construction, erectionconstruçãoстроителствоkonstruktion建设建設costruzioneconstrucciónBauconstructionالبناءbouw건설строительство建設 (a'neʝersi)
ουσιαστικό θηλυκό
χτίσιμο, κατασκευή ανέγερση κτιρίου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close