ανήμπορος

Μεταφράσεις

ανήμπορος

(a'nimboros) αρσενικό

ανήμπορη

(a'nimbori) θηλυκό

ανήμπορο

helpless (a'nimboro) ουδέτερο
επίθετο
1. ανίκανος είμαι ανήμπορος σε κτνα Είμαστε φτωχοί κι ανήμποροι.
2. χωρίς φυσική δύναμη ανήμπορος γέρος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close