αναβιώνω

Μεταφράσεις

αναβιώνω

revive

αναβιώνω

يُنَشِّطُ

αναβιώνω

oživit

αναβιώνω

genoplive

αναβιώνω

wiederbeleben

αναβιώνω

reanimar

αναβιώνω

elvyttää

αναβιώνω

ranimer

αναβιώνω

oživjeti

αναβιώνω

resuscitare

αναβιώνω

復活する

αναβιώνω

소생시키다

αναβιώνω

herleven

αναβιώνω

gjenopplive

αναβιώνω

ożywić

αναβιώνω

ressuscitar

αναβιώνω

оживать

αναβιώνω

återuppliva

αναβιώνω

ฟื้นฟู

αναβιώνω

canlanmak

αναβιώνω

làm sống lại

αναβιώνω

复兴
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close