ανακαλώ

Μεταφράσεις

ανακαλώ

révoquerretract, abrogate, annul, repeal, revoke (anaka'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παίρνω πίσω κτ που είπα Μετά δε θα μπορείς να ανακαλέσεις. ανακαλώ την απόφασή μου
2. καλώ, επαναφέρω ανακαλώ στην τάξη ανακαλώ κτ στη μνήμη μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close