αναπληρώνω

Μεταφράσεις

αναπληρώνω

compensate, substitute, refillيُعْيدُ مِلْءdolítfylde op igennachfüllenrellenartäyttää uudelleenremplir à nouveauponovno napunitiricaricare補充する다시 채우다bijvullenetterfyllenapełnićreencherпополнятьfylla påเติมให้เต็มyeniden doldurmaklàm cho đầy lại补充 (anapli'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αντικαθιστώ κπ αναπληρώνω έναν καθηγητή
2. γεμίζω (κενό) αναπληρώνω ένα κενό
3. κερδίζω αναπληρώνω το χαμένο καιρό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close