αναπτερώνω

Μεταφράσεις

αναπτερώνω

(anapte'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω δύναμη σε κπ αναπτερώνω το ηθικό κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close