ανασαίνω

Μεταφράσεις

ανασαίνω

(ana'seno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. αναπνέω ανασαίνω με δυσκολία
2. μεταφορικά ξεκουράζομαι για λίγο Σταμάτησα για να ανασάνω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close