αναστολή

Μεταφράσεις

αναστολή

suspension, inhibition, reprieveinhibition, suspensionتَعْلِيق, كَبْحٌodložení, zábranahæmning, suspenderingAussetzung, Hemmungsuspensión, inhibiciónesto, keskeytysinhibicija, suspenzijainibizione, sospensione一時停止, 抑圧억제, 정지remming, schorsinghemning, utsettelsezahamowanie, zawieszeniesuspensão, inibiçãoподавленность, приостановкаhämning, upphängningการหยุดชั่วคราว, การหักห้ามใจaskıya alma, ketlenmesự đình chỉ, sự ức chế暂停, 约束暫停суспензия (anasto'li)
ουσιαστικό θηλυκό
1. διακοπή η αναστολή της απεργίας
2. νομικά αναβολή ποινή με αναστολή
3. δισταγμός έχω ηθικές αναστολές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close