ανατολικός

(προωθήθηκε από ανατολικό)
Μεταφράσεις

ανατολικός

(anatoli'kos) αρσενικό

ανατολική

(anatoli'ci) θηλυκό

ανατολικό

östlicheastern, east, orientalorientaorientalמזרחיorientaleشَرْقِيّvýchodníøstligdel este, oriental, esteitä-, itäinenistočan東の동쪽의oostelijkøstligwschodniorientalвосточныйöstlig, östraเกี่ยวกับทิศตะวันออกdoğuhướng đông, phía đông东方的, Изток (anatoli'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. με προσανατολισμό προς την ανατολή ανατολικό δωμάτιο
2. από την ανατολή ανατολικός άνεμος
3. σχετικός με χώρες της Ανατολής o ανατολικός πολιτισμός
4. πολιτική του ανατολικού μπλοκ οι Ανατολικές Χώρες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close