ανοίγομαι

Μεταφράσεις

ανοίγομαι

(a'niɣome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. δείχνω εμπιστοσύνη ανοίγομαι σε κπ
2. ενδιαφέρομαι Τo σχολείο ανοίγεται στο ίντερνετ.
3. απομακρύνομαι από την ακτή
4. επενδύω επικίνδυνα Ανοίχτηκε στις επενδύσεις και έχασε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close