αντίλογος

Μεταφράσεις

αντίλογος

reply, response, retort (a'ndiloɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
αντίθετο επιχείρημα Μια συζήτηση χωρίς αντίλογο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close