αντισηπτικό

Μεταφράσεις

αντισηπτικό

antiseptic

αντισηπτικό

مُطَهِّر

αντισηπτικό

antiseptikum

αντισηπτικό

antiseptisk middel

αντισηπτικό

Antiseptikum

αντισηπτικό

antiséptico

αντισηπτικό

antiseptinen aine

αντισηπτικό

antiseptique

αντισηπτικό

antiseptik

αντισηπτικό

antisettico

αντισηπτικό

殺菌剤

αντισηπτικό

소독제

αντισηπτικό

ontsmettingsmiddel

αντισηπτικό

desinfeksjonsmiddel

αντισηπτικό

środek antyseptyczny

αντισηπτικό

anti-séptico, antissético

αντισηπτικό

антисептик

αντισηπτικό

antiseptiskt medel

αντισηπτικό

ยาฆ่าเชื้อโรค

αντισηπτικό

antiseptik

αντισηπτικό

chất khử trùng

αντισηπτικό

防腐剂
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close