αποδίδω

Μεταφράσεις

αποδίδω

(apo'ðiðo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρίχνω την ευθύνη σε κτκπ Απέδωσε το πρόβλημα στην κακή του υγεία. αποδίδω σημαντικό ρόλο σε
2. προσφέρω, δίνω αποδίδω τιμή σε κπ αποδίδω αξία σε κτ αποδίδω σημασία σε κτ
3. ερμηνεύω αποδίδω σωστά ένα κείμενοτο νόημα αποδίδω ένα ρόλο
4. αποφέρω Η σοδειά απέδωσε κέρδη.

αποδίδω

ascribe, attribute, render, salute, yield, assign, perform
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
δίνω αποτελέσματα Οι προσπάθειές μας αποδίδουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close