απορρέω

Μεταφράσεις

απορρέω

emanate (apo'reo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
(για αποτέλεσμα) βγαίνω από αποτέλεσμα που απορρέει από βελτίωση που απορρέει από
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close