αποσύνδεση

Μεταφράσεις

αποσύνδεση

(apo'synðesi)
ουσιαστικό θηλυκό
διακοπή λειτουργίας αποσύνδεση από το δίκτυο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close