απόφαση

Μεταφράσεις

απόφαση

beskikkingbeslutningEntscheidungdecisiondecidodecisióndecidodécision, arrêtéהחלטהdecisionebeslissing, besluitdecyzjadecisãokararقَرَارrozhodnutípäätösodluka決定결심avgjørelseрешениеbeslutการตัดสินใจsự quyết định决定 (a'pofasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το αποτέλεσμα επιλογής παίρνω απόφαση να βιαστική απόφαση
αποδέχομαι Είναι νεκρός, ας το πάρουμε απόφαση.
2. νομικά κρίση δικαστική απόφαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close