αργοπορώ

Μεταφράσεις

αργοπορώ

delays'attarder, traîner (arɣopo'ro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αργώ, καθυστερώ Αργοπόρησα στο καφενείο. Μην αργοπορείς άλλο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close