αρπάζω

Μεταφράσεις

αρπάζω

grab, snatch, seize, catch, clutch, takeيَأْخُدُ, يَقْبِضُpopadnout, vzítgribe, tageergreifen, stehlenagarrar, robar, tomartarttua, viedäattraper, prendreukrasti, zgrabitiafferrare, prendere・・・を盗む, ひっつかむ가져가다, 움켜잡다grijpen, nemengripe, taporwać, zabraćagarrar, roubarукрасть, хвататьta, ta tag iขโมย, จับฉวยalmak, kavramaklấy cắp, tóm, 抢夺 (ar'pazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πιάνω αρπάζω την μπάλα αρπάζω κπ απ' το χέρι
2. κλέβω Της άρπαξαν την τσάντα.
3. κολλάω αρπάζω μια αρρώστια
4. μεταφορικά καταλαβαίνω, πιάνω αρπάζω το νόημα
5. καίγομαι Το φαγητό άρπαξε. αρπάζω φωτιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close