αρχή

Μεταφράσεις

αρχή

beginning, principle, start, authority, origin, onset, outsetautorité, début, commencement, origine, principeerz-, Anfang, Prinzipبَدَايَة, مَبْدَأprincip, začátekbegyndelse, principprincipioalku, periaatepočetak, principinizio, principio主義, 始め시작, 원칙begin, principebegynnelse, prinsipppoczątek, zasadacomeço, princípioпринцип, началоbörjan, principการเริ่มต้น, หลักปฏิบัติbaşlangıç, ilkekhởi đầu, nguyên tắc原则, 开始 (ar'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. αφετηρία, ξεκίνημα στις αρχές του αιώνα απ' την αρχή ως το τέλος
2. ξεκίνημα δύσκολη αρχή η αρχή μιας νέας ζωής
3. αιτία η αρχή του καβγά
4. κανόνας αρχές της οικονομίας
5. όρος, αξία Σέβομαι τις αρχές σου.
6. εξουσία αστυνομική αρχή δημόσια αρχή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close