αστράφτω

Μεταφράσεις

αστράφτω

glint, glisten, twinkle, flashيـَومِضُvzplanoutblinkeaufleuchtendestellarleimahtaaclignoterbljesnutilampeggiareパッと発火する번쩍이다flitsenlynebłysnąćbrilharвспыхиватьlysa tillส่องแสงวาบขึ้นมาparlamaknháy sáng闪光 (a'strafto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. λάμπω πολύ έντονα αστράφτω στον ήλιο
2. μεταφορικά είμαι πολύ καθαρός αστράφτω από καθαριότητα
3. μεταφορικά λάμπω αστράφτω από χαρά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close