αυξάνομαι

Μεταφράσεις

αυξάνομαι

increase, grow, mount, rise, mount upaugmenter, croître, s’accumulerيَتَرَاكَمُnarůstathobe sig ophäufen (sich)ir acumulando, irse acumulandokasaantuapovećati sesalireかさむ늘다oplopenstigewzrosnąćaumentarувеличиватьсяrusa i höjdenค่อยๆ เพิ่มขึ้นbirikmekgia tăng增长 (af'ksanome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
αυξάνω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close