βάρβαρος

Μεταφράσεις

βάρβαρος

('varvaros) αρσενικό

βάρβαρη

('varvari) θηλυκό

βάρβαρο

('varvaro) ουδέτερο
επίθετο
πάρα πολύ σκληρός βάρβαροι τρόποι

βάρβαρος

αρσενικό

βάρβαρη

savage, atrocious, barbarian, barbarous, uncivilizedbarbare, sauvage野蛮人bárbaroBarbarברבריםBarbarzyńca야만인野蠻人 θηλυκό
ουσιαστικό
άγριος, με βάρβαρους τρόπους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close