βάφω

Μεταφράσεις

βάφω

paint, dyeteindre, colorer, peindreيَصْبِغُbarvitfarvefärbenteñirvärjätäbojatitingere染める염색하다vervenfargepofarbowaćtingirкраситьfärgaย้อมboyamaknhuộm ('vafo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καλύπτω με χρώμα βάφω ένα δωμάτιο
2. (για μαλλιά) καλύπτω με βαφή βάφω τα μαλλιά μου
3. καλύπτω με βερνίκι βάφω τα νύχια μου βάφω τα παπούτσια μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close