βάψιμο

Μεταφράσεις

βάψιμο

pinturapeinturepintura ('vapsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ενέργεια, αποτέλεσμα του βάφω το βάψιμο του σπιτιού
2. μακιγιάζ διακριτικό βάψιμο
3. χρωματισμός μαλλιών το βάψιμο των μαλλιών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close