βήχω

Μεταφράσεις

βήχω

coughtousserيَسْعُلُkašlathostehustentoser, tosyskiäkašljatitossire咳をする기침하다hoestenhostezakaszlećtossir, tosseкашлятьhostaไอöksürmekho咳嗽שיעול咳嗽кашлица ('vixo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
έχω βήχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close