βίαιος

(προωθήθηκε από βίαιο)
Μεταφράσεις

βίαιος

('vieos) αρσενικό

βίαιη

('viei) θηλυκό

βίαιο

violent, heatedviolentعَنِيفnásilnývoldeliggewalttätigviolentoväkivaltainennasilanviolento暴力的な난폭한gewelddadigvoldeliggwałtownyviolentoсильныйvåldsamที่มีสาเหตุมาจากความรุนแรงşiddet uygulayanhung tợn猛烈的 ('vieo) ουδέτερο
επίθετο
που χαρακτηρίζεται από βία βίαιη συμπεριφορά βίαιος θάνατος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close