βαράω

Μεταφράσεις

βαράω

(va'rao)

βαρώ

(va'ro) οικείο
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
χτυπάω βαράω την πόρτα βαράω κπ

βαράω

يَخْبِطُudeřitbankestoßenknockdar un golpe, darse un golpekoputtaafrapperkucatibussareたたく두드리다kloppenbankezapukaćbaterстучатьknackaเคาะkapıyı çalmakđập敲打
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μεταφορικά προκαλώ ζάλη Ο ήλιος βαράει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close