βαρήκοος

(προωθήθηκε από βαρήκοο)
Μεταφράσεις

βαρήκοος

(va'rikoos) αρσενικό

βαρήκοη

(va'rikoi) θηλυκό

βαρήκοο

(va'rikoo) ουδέτερο
επίθετο
κπ που έχει μειωμένη ακοή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close