βαραίνω

Μεταφράσεις

βαραίνω

(́va'reno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γίνομαι βαρύς, δυσκίνητος βαραίνει το στομάχι μου
2. για κτ που θεωρείται σοβαρό, σημαντικό Η άποψή του βαραίνει.

βαραίνω


ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δημιουργώ δυσάρεστα συναισθήματα Η παρουσία του με βαραίνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close