βαρετός

(προωθήθηκε από βαρετό)
Μεταφράσεις

βαρετός

(vare'tos) αρσενικό

βαρετή

(vare'ti) θηλυκό

βαρετό

noiosoboring, dullnudnyскучныйמשעמםnudný지루한退屈な (vare'to) ουδέτερο
επίθετο
ανιαρός, πληκτικός βαρετή συζήτηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close