βασίζομαι σε

Μεταφράσεις

βασίζομαι σε

počítat s někým/něčím, spoléhat se, spolehnout se na

βασίζομαι σε

stole på, støtte sig til, være afhængig af

βασίζομαι σε

verlassen (sich), zählen auf

βασίζομαι σε

count on, lean on, rely on

βασίζομαι σε

apoyarse, confiar en, contar con

βασίζομαι σε

luottaa johonkin, tukeutua

βασίζομαι σε

compter sur, s’appuyer

βασίζομαι σε

osloniti se, pouzdati se, računati na

βασίζομαι σε

appoggiarsi a, contare su, fare affidamento

βασίζομαι σε

・・・に頼る, あてにする, おどす

βασίζομαι σε

의지하다

βασίζομαι σε

lite på, regne med, støtte (seg) på

βασίζομαι σε

liczyć na, oprzeć się, polegać na

βασίζομαι σε

confiar em, contar com, depender de, encostar-se

βασίζομαι σε

lita på, räkna med, stödja (sig) på

βασίζομαι σε

พึ่งพา, พึ่งพาได้

βασίζομαι σε

güvenmek

βασίζομαι σε

dựa vào, trông cậy

βασίζομαι σε

依赖, 依靠, 靠着
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close