βασίζω

Μεταφράσεις

βασίζω

Ik baseerI base (va'sizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
στηρίζω βασίζω τις ελπίδες μου σε κτσε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close