βασίζoμαι

Μεταφράσεις

βασίζoμαι

(va'sizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. εμπιστεύομαι ή εξαρτώμαι Bασίζομαι σ' εσένα.
2. έχω ως θεμέλιο, δεδομένο βασίζομαι σε μια θεωρία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close