βασανίζω

Μεταφράσεις

βασανίζω

torture, torment, afflicttourmenter, tyranniser, torturerchinuiيُعَذِّبُmučittorturerefolterntorturarkiduttaamučititorturare拷問にかける고문하다martelentortureretorturowaćtorturarпытатьtorteraทรมานişkence etmektra tấn刑讯逼供 (́vasa'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να υποφέρει, σωματικά ή ψυχικά βασανίζω έναν αιχμάλωτο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close