βασικός

(προωθήθηκε από βασικό)
Μεταφράσεις

βασικός

(vasi'kos) αρσενικό

βασική

(vasi'ci) θηλυκό

βασικό

basic, key, staple, underlyingأَسَاسِيّzákladníenkelgrundlegendbásicoperus-basiqueosnovanbasilare基本的な기초의basis-grunnleggendepodstawowybásicoосновнойenkelพื้นฐาน ธรรมดาtemelcăn bản基本的, 基本Основни基本 (vasi'ko) ουδέτερο
επίθετο
κύριος, σημαντικός βασικό επιχείρημα βασικό στοιχείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close