βασισμένος

Μεταφράσεις

βασισμένος

قَائِمٌ عَلَى

βασισμένος

založený

βασισμένος

beliggende i

βασισμένος

beruhend (auf)

βασισμένος

based

βασισμένος

basado

βασισμένος

perustuva

βασισμένος

basé

βασισμένος

zasnovan

βασισμένος

basato

βασισμένος

・・・に基づく

βασισμένος

...을 바탕으로 한

βασισμένος

gebaseerd

βασισμένος

basert

βασισμένος

oparty

βασισμένος

baseado

βασισμένος

основанный

βασισμένος

baserad

βασισμένος

ซึ่งเป็นรากฐาน

βασισμένος

dayanan

βασισμένος

dựa trên

βασισμένος

基于
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close