βαστάω

(προωθήθηκε από βαστώ)
Μεταφράσεις

βαστάω

(va'stao)

βαστώ

(va'sto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κρατάω Βάστα γερά το βάζο!
2. διαρκώ Δε βαστάει πολύ ώρα.

βαστάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αντέχω βαστάω γερά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close