βαφή

Μεταφράσεις

βαφή

dye, paintصِبْغَةbarvafarveFarbstofftinteväriaineteinturebojatintura染料염료verffargestoffbarwniktinta, tinturaкраскаfärgmedelสีย้อมboyathuốc nhuộm染料 (va'fi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μπογιά βαφή μαλλιών
2. η ενέργεια του βάφω η βαφή ενός υφάσματος η βαφή των μαλλιών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close