βαφτίζω

Μεταφράσεις

βαφτίζω

taufenbaptize, christenbaptibaptiserbattezaredopenbatizar (va'ftizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κπ χριστιανό Τον βάφτισαν καθολικό.
2. γίνομαι νονός ή νονά Ποιός σε βάφτισε;
3. ονομάζω Τη βάφτισαν Ελένη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close