βαφτισιμιός

(προωθήθηκε από βαφτισιμιά)
Μεταφράσεις

βαφτισιμιός

(vaftisi'mɲos) αρσενικό

βαφτισιμιά

(vaftisi'mɲa) θηλυκό
ουσιαστικό
πνευματικό παιδί νονού ή νονάς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close