βγάζω

Μεταφράσεις

βγάζω

('vɣazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. φέρνω προς τα έξω βγάζω τα πιάτα
τον πάω βόλτα
διώχνω
τον διώχνω ή τον σκοτώνω
2. τραβάω με δύναμη βγάζω ένα δόντι
3. αφαιρώ βγάζω τα ρούχα μου
γδύνομαι
4. κάνω να ακουστεί βγάζω έναν ήχο βγάζω μια φωνή
δε λέω τίποτα
5. εμφανίζω πάνω μου βγάζω φύλλα βγάζω λουλούδια βγάζω σπυράκια
6. δίνω όνομα Tον έβγαλαν Άρη.
7. καταλαβαίνω βγάζω τα γράμματα κάποιου
δεν ξεχωρίζω τις λέξεις
8. εκδίδω βγάζω βιβλίο
9. τα καταφέρνω
μου φτάνουν αυτά που κερδίζω
10. καταλήγω Αυτός ο δρόμος βγάζει στη θάλασσα.
11. τελειώνω κύκλο σπουδών βγάζω το πανεπιστήμιο
12. κερδίζω βγάζω λεφτά

βγάζω

enlever, sortirentnehmenelicit, release
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
φτάνω, καταλήγω Αυτός ο δρόμος βγάζει στη θάλασσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close