βγαίνω

Μεταφράσεις

βγαίνω

exit, get out, go outsortirيَخْرُجُvypadnout, vyrazit siforlade, gå udausgehen, herauskommensalir, salir obligadolähteä, mennä ulosizaći, izbaviti seuscire外出する, 逃げる떠나다, 외출하다uitgaan, weggaangå ut, stikke (av)wyjśćsairбывать в обществе, уходитьgå ut, ta sig urออกไป, ออกไปข้างนอก, ไปเที่ยวçıkmak, dışarı çıkmakđi chơi, đi ra出去, 出去消遣 ('vʝeno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πηγαίνω προς τα έξω βγαίνω έξω κάθε Σάββατο
έχω σχέση μαζί του
2. απομακρύνομαι βγαίνω από το παιχνίδι
με διώχνουν
3. καθαρίζομαι O λεκές δε βγαίνει.
4. εμφανίζομαι, φυτρώνω Βγαίνουν τα γένια μου.
5. καταλήγω Δε βγαίνει τίποτα με τoυς καβγάδες.
6. κυκλοφορώ Αυτό το βιβλίο βγήκε πέρυσι.
7. εκλέγομαι Ποιος βγήκε στις εκλογές;
8. αποδεικνύομαι βγαίνω αληθινός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close