βδομαδιάτικος

Μεταφράσεις

βδομαδιάτικος

(vðoma'ðjatikos) αρσενικό

βδομαδιάτικη

(vðoma'ðjatici) θηλυκό

βδομαδιάτικο

(vðoma'ðjatiko) ουδέτερο
επίθετο
εβδομαδιαίος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close